- δίκηλος
- δί-κηλος, ὁ, der einen doppelten Bruch hat
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
δίκηλος — δίκηλος, ον (Α) αυτός που πάσχει από διπλή κήλη … Dictionary of Greek
δίκηλον — δίκηλος with double hernia masc/fem acc sg δίκηλος with double hernia neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικήλους — δίκηλος with double hernia masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικήλων — δίκηλος with double hernia masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δίκηλα — δίκηλος with double hernia neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)